• el
Home > Τεύχος 2 (Τόμος 7) > Οικονομική κρίση και Νοσηλευτική
20
Οκτ
2014
Posted By :
Comments : Off

Τα συστήματα υγείας σε όλες τις χώρες που βιώνουν την οικονομική κρίση, δέχονται σοβαρές πιέσεις για μείωση των δαπανών τους και την εξοικονόμηση πόρων, ενώ ταυτόχρονα οφείλουν να προσαρμοστούν στην αυξανόμενη ζήτηση των υπηρεσιών υγείας και σε σημαντικά προβλήματα που προκύπτουν όπως η αύξηση του αριθμού των ανασφάλιστων πολιτών, η γήρανση του πληθυσμού και η αυξημένη ζήτηση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας. Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές είναι ορατό αλλά ακόμα δεν υπάρχουν σαφείς μελέτες οι οποίες να τεκμηριώνουν αυτό το αποτέλεσμα αν και αυτό σκιαγραφείται μέσα από την καθημερινή επαφή των επαγγελματιών υγείας με τους ασθενείς και το σύστημα υγείας (Καραΐσκου και συν 2012).

Σε μελέτη από 34 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) παρουσιάζονται οι επιπτώσεις της οικο- νομικής κρίσης στα συστήματα υγείας, και κυρίως στη νοσηλευτική (EFN 2012). Παρ ́όλη τη διαφοροποίηση που παρουσιάζει τόσο η νοσηλευτική εκπαίδευση όσο και αυτή καθαυτή η άσκηση του νοσηλευτικού επαγγέλματος σε κάθε χώρα (Βουλγαρία, Κροατία, Δανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Μαυροβούνιο, Ηνωμένο Βασίλειο, κ.λ.π.), εν τούτοις σε όλες τις παραπάνω χώρες φαίνεται ότι παρουσιάζονται παρεμφερείς επιπτώσεις στην επαγγελματική ζωή των νοσηλευτών λόγω της δημοσιονομικής κατάρρευσης, όπως περικοπές δαπανών στην υγεία, απολύσεις, μείωση μισθών, αυξημένη συνταξιοδότηση, αύξηση του φόρτου εργασίας, ανεργία κ.λ.π. Η έκπτωση στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας προς τους ασθενείς και η μειωμένη ασφάλειά τους, αποτελεί δυστυχώς ένα ακόμα κοινό σημείο αναφοράς των 34 χωρών. Παράλληλα με την έκπτωση αυτή, οι νοσηλευτές σε όλη την ΕΕ καλούνται να εργάζονται σκληρότερα, να αμείβονται λιγότερο και να προσπαθούν να διατηρούν τα πρότυπα ποιότητας, σε ένα περιβάλλον που δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαπραγματεύεται τη ζωή του ασθενή και το οποίο χαρακτηρίζεται από τη συνεχή περικοπή του κόστους, από την έλλειψη εξοπλισμού και υλικών και από την αδυναμία των δομών να παρέχουν επαρκή και ασφαλή στελέχωση (Gantz et al 2012).

Φυσικά το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί ίδιον της ΕΕ, αντίθετα παρόμοια δείγματα και ανησυχίες έχουν καταγραφεί από επιστήμονες σε όλο τον κόσμο δεδομένης βεβαίως και της παγκοσμιοποίησης της οικονομικής κρίσης. Πανομοιότυπες πιέσεις στους νοσηλευτές σε λιγότερο ίσως βαθμό ασκούνται και σε χώρες όπως η Αυστραλία και οι ΗΠΑ (Sargent-Cox et al 2011).

Αναλύοντας την επίδραση του οικονομικού πλαισίου από το 2009, έτος έναρξης του φαινομένου έως και σήμερα, παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στη νοσηλευτική ανάλογα με την οικονομική κατάσταση, την πολιτική αλλά και τις ιδιαιτερότητες της νοσηλευτικής και της κοινωνίας του κάθε κράτους γενικότερα. Σκιαγραφώντας τους νοσηλευτές σε όλη την ΕΕ φαίνεται ότι ένας στους τρεις βρίσκεται σε ηλικία άνω των 50 ετών και η πλειοψηφία τους έχει 20 και πλέον έτη προϋπηρεσίας στον χώρο της υγείας, γεγονός που αφορά στον υπερθετικό βαθμό και στην Ελλάδα.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 2009, καταγράφηκαν απώλειες στο μισθό σε εργαζόμενους στον τομέα της υγείας, ενώ το 2010, υπήρξε διετές πάγωμα μισθών σε εργαζόμενους με εισόδημα πάνω από Θ 21.000 το χρόνο. Σχετικά με τους νοσηλευτές στην ίδια χώρα, περίπου 50.000 θέσεις εργασίας αναμένεται να χαθούν έως το τέλος του 2014, ενώ στην Ουαλία οι κενές θέσεις νοσηλευτών που προκύπτουν από άδειες κύησης ή ασθένειας δεν αναπληρώνονται πλέον. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις νοσηλευτών έχουν επισημάνει τους κινδύνους από τις πολιτικές λιτότητας στους ίδιους τους νοσηλευτές, τόσο λόγω της αύξησης του φόρτου εργασίας όσο και λόγω του αυξημένου άγχους από τις πολλαπλές πιέσεις εντός και εκτός εργασιακού χώρου.

Στην ίδια χώρα, τα τελευταία 4 χρόνια, η νοσηλευτική φαίνεται ότι δεν αποτελεί πλέον κύρια επιλογή σπουδών για τους νέους (1.500 άτομα λιγότερα αποφοιτούν κάθε ακαδημαϊκό έτος από τις νοσηλευτικές σχολές), ενώ οι φοιτητές νοσηλευτικής στην πλειοψηφία τους (75%) πρέπει παράλληλα με τις σπουδές τους να εργάζονται, για να καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στα έξοδά τους και να μην εγκαταλείψουν τη σχολή λόγω οικονομικών δυσκολιών. Αντίστοιχη μείωση υπάρχει και στον αριθμό των καθηγητών και λόγω συνταξιοδότησης αλλά και λόγω περιορισμού των προσλήψεων.

Στη Φινλανδία, το ποσοστό ανεργίας για τους νοσηλευτές εν μέσω οικονομικής κρίσης φτάνει μόλις το 1.1%, αλλά η συγκεκριμένη χώρα παραδοσιακά δεν έχει σε υψηλό κοινωνικό status το νοσηλευτικό επάγγελμα, οπότε δεν προσελκύει αρκετούς νέους σε αυτό. Εντούτοις και εδώ αυξήθηκαν οι πιέσεις στους μισθούς και στα ωράρια των νοσηλευτών λόγω της μείωσης των δαπανών υγείας και παρόλο που η Φινλανδία είναι μια χώρα που συχνά αναζητά νοσηλευτές από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, εντούτοις 3.500 Φιλανδοί νοσηλευτές εργάζονται σε άλλες χώρες του εξωτερικού. Σε μια μελέτη που διεξήχθη πρόσφατα στη χώρα, το 50% περίπου των νοσηλευτών ανέφεραν ότι σκοπεύουν να εγκαταλείψουν το επάγγελμα. Πρόσφατα, η Ένωση Νοσηλευτών της Φινλανδίας, σε συνεργασία με το υπουργείο υγείας, έχει υιοθετήσει πρωτοβουλίες αναβάθμισης του ρόλου των νοσηλευτών (π.χ. συνταγογράφηση), με βασικό σκοπό την εξοικονόμηση πόρων λόγω της μεγάλης έλλειψης γιατρών (Wray 2013).

Στη Γερμανία, η μείωση των δαπανών υγείας επιφέρει όχι τόσο μείωση μισθών σε σημαντικό βαθμό, όσο αύξηση του φόρτου εργασίας, λόγω μείωσης των ανάλογων θέσεων εργασίας στα νοσοκομεία. Αυτό δίνει την ουσιαστική αφορμή στο νοσηλευτικό κλάδο της χώρας για αναβάθμιση των σπουδών της νοσηλευτικής και εδραίωση της επιστήμης της νοσηλευτικής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στη Γαλλία, ο φόρτος εργασίας στον τομέα της υγείας και η μείωση των μισθών των νοσηλευτών δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τον περιορισμό των δαπανών. Στην Ελβετία επίσης, μια χώρα που δε βιώνει έντονα οικονομικές επιπτώσεις, παρόλο που δεν υπάρχει μείωση των μισθών και εμφανείς δυσχέρειες στο σύστημα υγείας, εντούτοις και εκεί λόγω της ανάγκης μείωσης των δαπανών, ασκούνται σοβαρές πιέσεις για μείωση 10-15% των θέσεων νοσηλευτών.

Στην Ιρλανδία, το 2009, χάνονται 4.000 θέσεις νοσηλευτών, 1000 και πλέον νοσηλευτές συνταξιοδοτούνται κάθε έτος και περίπου 6.000 επέλεξαν το δρόμο της εθελουσίας εξόδου λόγω των συγχωνεύσεων και του κλεισίματος πολλών δομών παροχής φροντίδας υγείας. Η μείωση του μισθού άγγιξε το 5-10%, ανάλογα με την κλίμακα αμοιβών, και πολλοί Ιρλανδοί νοσηλευτές μεταναστεύουν για ανεύρεση εργασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστραλία και στις ΗΠΑ. Για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών που χρήζουν ιατρικής φροντίδας, εφαρμόστηκε η (ελεγχόμενη) συνταγογράφηση από νοσηλευτές, μια καινοτομία η οποία αρχίζει να εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες (Ισπανία, Φινλανδία, κ.λ.π.) και εξασφαλίζει άμεση εξυπηρέτηση των ασθενών με μικρότερο κόστος.

H Κύπρος, μια χώρα με γηγενή κοινά χαρακτηριστικά με την Ελλάδα, αντιμετωπίζει αύξηση των ποσοστών της ανεργίας των νοσηλευτών που άρχισε το 2010 και έως σήμερα εμφανίζει μια ελαφρά επιδείνωση. Βέβαια σε αυτόν τον τομέα έχουν συνηγορήσει και οι εισροές ξένων νοσηλευτών (Ελλάδα, Ρουμανία, Πολωνία) που εργάζονται στη χώρα αυτή, αλλά και η μείωση των κενών οργανικών θέσεων στα δημόσια νοσοκομεία, όπως και η αύξηση του αριθμού των αποφοίτων νοσηλευτικής τα τελευταία χρόνια από δημόσια και ιδιωτικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας.

Στην Ελλάδα, το 2009, με την έναρξη της κρίσης, το πρόβλημα δεν διαφαινόταν στην πλήρη ανάπτυξή του. Ξεκίνησε η αθρόα έξοδος/συνταξιοδότηση πολλών νοσηλευτών από το σύστημα υγείας και αυτή η κίνηση πολλαπλασιάστηκε τα επόμενα χρόνια. Η πρόωρη συνταξιοδότηση των νοσηλευτών, χωρίς αυτό να αντικατοπτρίζει την πραγματική βούληση των ιδίων, ενεργοποιήθηκε δεδομένης της αβεβαιότητας του ασφαλιστικού συστήματος και συνέβαλλε στην αποδιοργάνωση των νοσηλευτικών υπηρεσιών σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία.

Οι κενές θέσεις εργασίας σύμφωνα με τους οργανισμούς των ιδρυμάτων είναι πολλές και παρ’ όλο που τότε υπήρχαν άνεργοι νοσηλευτές (περίπου 6.000), οι οποίοι πλέον είναι πάνω από 8.000, εντούτοις δεν έγινε καμία πρόσληψη στα δημόσια νοσοκομεία, εξαιρουμένων ελάχιστων νοσηλευτών ως επικουρικό προσωπικό με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα εργασίας, οι οποίοι προσελήφθησαν για τα νοσοκομεία από το ΚΕΕΛΠΝΟ το 2013 με στόχο την ενίσχυση κυρίως των ΜΕΘ. Eντούτοις η νοσηλευτική, στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, αποτελεί μια από τις πρώτες επιλογές των νέων για σπουδές. Πολλά ΤΕΙ και ΑΕΙ της χώρας έχουν αυξήσει τους εισακτέους σε ποσοστό έως και 25%, με προσδοκία την αμεσότερη επαγγελματική αποκατάσταση.

Με την έναρξη της κρίσης αποφασίστηκε επίσης, ότι για κάθε 5 αποχωρήσεις δημοσίων υπαλλήλων θα υπήρχε μία νέα πρόσληψη, χωρίς να εξαιρεθούν οι νοσηλευτές από αυτή την απόφαση. Οι μισθοί των Ελλήνων νοσηλευτών υπέστησαν σημαντική περικοπή, 40% περίπου στις αποδοχές τους, η οποία σε συνδυασμό με την αύξηση της φορολογίας και τη μη έγκαιρη καταβολή δεδουλευμένων (υπερωριών, νυχτερινών κ.λ.π.), συμβάλλει στην περαιτέρω επιβάρυνση του νοσηλευτικού επαγγέλματος. Η πιθανότητα πρόσληψης ενός νέου απόφοιτου ξεπερνά τα 4-5 χρόνια από την αποφοίτησή του, με αυτό το χρονικό διάστημα να έχει αυξητική τάση. Οι εργαζόμενοι νοσηλευτές, λόγω της μεγάλης έλλειψης προσωπικού, αναγκάζονται να εργαστούν χωρίς να λαμβάνουν τις δόκιμες εβδομαδιαίες αναπαύσεις και η κατανομή ασθενών/νοσηλευτών καταστρατηγείται, με αποτέλεσμα τη συνεχιζόμενη εξουθένωσή τους και την αναγκαστική έκπτωση στην παρεχόμενη ποιότητα φροντίδας .

Σημαντική παράμετρο στη λειτουργία των δομών παροχής φροντίδας υγείας αποτελεί η κατανομή του νοσηλευτικού προσωπικού όλων των κλάδων σε κάθε νοσηλευτικό τμήμα. Είναι εμφανής τόσο η αύξηση του βοηθητικού προσωπικού στη διάρθρωση του ημερήσιου προγράμματος της νοσηλευτικής υπηρεσίας όσο και η ταυτόχρονη μείωση των νοσηλευτών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καταστρατηγώντας έτσι τα επαγγελματικά καθήκοντα και τοποθετώντας τη νοσηλευτική πράξη σε ένα γενικότερο άνομο πλαίσιο παροχής φροντίδας από οιονδήποτε που δεν κατέχει τον τίτλο του νοσηλευτή. Η έλλειψη αποσαφηνισμένου και νομικά κατοχυρωμένου καθηκοντολογίου και η διαφοροποίηση αυτού μεταξύ των κλάδων του νοσηλευτικού προσωπικού που εργάζεται σε ένα νοσοκομείο, δίνει τη δυνατότητα στους κυβερνώντες να χρησιμοποιούν βοηθούς νοσηλευτών στη θέση των νοσηλευτών, δεδομένου του ότι οι τελευταίοι αποτελούν πιο φτηνό εργατικό δυναμικό. Με αυτό τον τρόπο καταστρατηγούνται τα διεθνή δεδομένα στελέχωσης του κάθε τμήματος από όλες τις βαθμίδες νοσηλευτικής εκπαίδευσης και δίνεται άλλοθι στους ασκούντες πολιτική, να αποφεύγουν την άμεση πρόσληψη του αριθμού εκείνου των νοσηλευτών που ορίζεται ως ο αναγκαίος για την ασφαλή και ουσιαστική λειτουργία ενός νοσηλευτικού τμήματος, όπως αυτός τεκμηριώνεται από τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα.

Σε όλες τις οικονομικές και επαγγελματικές προσεγγίσεις που αναφέρθηκαν, θα πρέπει να προστεθεί και η ηθική παράμετρος, η οποία χαρακτηρίζει τη νοσηλευτική και αναγκάζει το σημερινό επαγγελματία να βιώνει σοβαρά διλλήματα, όπως η περίθαλψη των ανασφάλιστων πολιτών, η υπερβάλλουσα εργασία, ψυχική και σωματική, στην αντιμετώπιση του επείγοντος, η πολύπλευρη αντιμετώπιση κοινωνικών περιστατικών και η αναπροσαρμογή της νοσηλευτικής πράξης λόγω της συχνής έλλειψης υλικών.

Γίνεται κατανοητό λοιπόν πως η νοσηλευτική εν μέσω οικονομικής κρίσης βιώνει δυσκολίες οι οποίες δεν αφορούν μόνο στους ίδιους τους νοσηλευτές ως επαγγελματίες και επιστήμονες, αλλά και στους ασθενείς που δέχονται τη φροντίδα υγείας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει, πως μέσα από τη συμμετοχή των χωρών και το διάλογο, έχοντας ως βασική δράση τη δημιουργία ελκυστικών συνθηκών εργασίας στον τομέα της υγείας έτσι ώστε να διατηρηθεί ή και να αυξηθεί η προσέλευση εργαζομένων προς αυτόν, θα υπάρξει κοινή στόχευση για την αναβάθμιση και εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις νέες προκλήσεις [EUROPE 2020- strategy for smart, sustainable and inclusive growth] (Sermeus & Bruyneel 2010).

Η σύμπνοια και η εγρήγορση του νοσηλευτικού κόσμου, οφείλει να αποδείξει πως μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται και να ανακάμψει από αυτή τη δύσκολη οικονομική κατάσταση, υποστηρίζοντας την ιδιαιτερότητα και τη σημαντικότητα του νοσηλευτικού επαγγέλματος και διεκδικώντας ταυτόχρονα επιστημονική και επαγγελματική αναβάθμιση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

EU-Directive 2010/32/EU, Implementing the Framework Agreement on prevention from sharp injuries in the hospital and healthcare sector concluded by HOSPEEM and EPSU http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri= OJ:L: 2010:134: 0066:0072:EN:PDF.

Sermeus W., Bruyneel L. Investing in Europe’s health workforce of tomorrow: Scope for innovation and collaboration . Summary report of the three Policy Dialogues . European Observatory of Health Systems and Policy. Leuven, Belgium, 26-30 April 2010

European Federation of Nurses Associations. (2012). Caring in Crisis: the Impact of the Financial Crisis on Nurses and Nursing. A Comparative Overview of 34 European Countries. January. [Online]. Available at:http:/ /www.efnweb .org/version1/en/ documents/ [accessed 25 July 2014].

Gantz N.R., Sherman R., Jasper M., Choo C.G., Herrin-Griffith D. &Harris K. (2012). Global nurse leader perspectives on health systems and workforce challenges. Journal of Nursing Management 20: 433–443.

Καραΐσκου Α., Μαλλιαρού Μ. & Σαράφης Π.. (2012). Οικονομική κρίση: Επίδραση στην υγεία των πολιτών και επιπτώ- σεις στα Συστήματα Υγείας. Διεπιστημονική Φροντίδα Υγείας 4:49-54

Sargent-Cox K., Butterworth P. & Anstey K.J. (2011.) The global financial crisis and psychological health in a sample of Australian older adults: a longitudinal study. Social Science and Medicine 73:1105–12.

Wray J. (2013).The impact of the financial crisis on nurses and nursing. Journal of Advanced Nursing 69: 497–499.

About the Author